Ο αδελφός μου ο Νίκος
….κι ο Μάης ανθεμόεις
και συ χρονών δεκαενιά….
Ήταν ακόμα σκοτάδι , όταν τη μαγιάτικη νυχτερινή γαλήνη κομμάτιασε ο μεταλλικός θόρυβος των κλειδιών, που άνοιγαν τα κελιά του κτηρίου 15, στο Χαϊδάρι. Τα σκυλιά και οι ναζί ούρλιαζαν στη γλώσσα τους, που δεν καταλαβαίνατε. Καταλαβαίνατε όμως πολύ καλά τι θα ακολουθούσε.
Με τα κοντάκια των όπλων τους, σας έσπρωχναν ν’ ανεβείτε σε καμιόνια. Άναψαν τις μηχανές και το κομβόι ξεκίνησε.
Το μυαλό σου άρχισε να δουλεύει γρήγορα. Έπρεπε να ειδοποιηθούν οι δικοί σου άνθρωποι. Η οικογένειά σου, η οργάνωσή σου, οι σύντροφοί σου. Χρειαζόσουν μολύβι και χαρτί. Το μολύβι βρέθηκε κι όσο για το χαρτί….ο μπερές που φορούσες είχε άσπρη φόδρα.. Την ξήλωσες κι άρχισες πάνω της να γράφεις:
«Αγαπητή μητέρα
σας φιλώ, χαιρεσμούς
σήμερα πάω για εκτέλεση
πέφτοντας για τον Ελλ. ΛΑΟ
10 – 5 – 44 »
Το αγγελτήριο του θανάτου σου, που μόνος σου έστελνες στη Μάνα σου, ήταν έτοιμο. Τώρα έμενε να το πετάξεις, όσο πιο κοντά γινόταν στο σπίτι σου. (Μέχρι σήμερα, αναρωτιέμαι ακόμα, αν υπήρχε άνοιγμα στο καμιόνι, απ’ όπου μπορούσες να βλέπεις, ή υπολόγισες αλάθητα την απόσταση από το Χαϊδάρι μέχρι το Μεταξουργείο).
Όταν τα καμιόνια ξεμάκρυναν, πάνω στην άσφαλτο, έμεινε η στρογγυλή σφραγίδα του ...
….κι ο Μάης ανθεμόεις
και συ χρονών δεκαενιά….
Ήταν ακόμα σκοτάδι , όταν τη μαγιάτικη νυχτερινή γαλήνη κομμάτιασε ο μεταλλικός θόρυβος των κλειδιών, που άνοιγαν τα κελιά του κτηρίου 15, στο Χαϊδάρι. Τα σκυλιά και οι ναζί ούρλιαζαν στη γλώσσα τους, που δεν καταλαβαίνατε. Καταλαβαίνατε όμως πολύ καλά τι θα ακολουθούσε.
Με τα κοντάκια των όπλων τους, σας έσπρωχναν ν’ ανεβείτε σε καμιόνια. Άναψαν τις μηχανές και το κομβόι ξεκίνησε.
Το μυαλό σου άρχισε να δουλεύει γρήγορα. Έπρεπε να ειδοποιηθούν οι δικοί σου άνθρωποι. Η οικογένειά σου, η οργάνωσή σου, οι σύντροφοί σου. Χρειαζόσουν μολύβι και χαρτί. Το μολύβι βρέθηκε κι όσο για το χαρτί….ο μπερές που φορούσες είχε άσπρη φόδρα.. Την ξήλωσες κι άρχισες πάνω της να γράφεις:
«Αγαπητή μητέρα
σας φιλώ, χαιρεσμούς
σήμερα πάω για εκτέλεση
πέφτοντας για τον Ελλ. ΛΑΟ
10 – 5 – 44 »
Το αγγελτήριο του θανάτου σου, που μόνος σου έστελνες στη Μάνα σου, ήταν έτοιμο. Τώρα έμενε να το πετάξεις, όσο πιο κοντά γινόταν στο σπίτι σου. (Μέχρι σήμερα, αναρωτιέμαι ακόμα, αν υπήρχε άνοιγμα στο καμιόνι, απ’ όπου μπορούσες να βλέπεις, ή υπολόγισες αλάθητα την απόσταση από το Χαϊδάρι μέχρι το Μεταξουργείο).
Όταν τα καμιόνια ξεμάκρυναν, πάνω στην άσφαλτο, έμεινε η στρογγυλή σφραγίδα του ...
Περισσότερα...








